Ακολουθεί ο χαιρετισμός του δημάρχου Θεσσαλονίκης στο πλαίσιο της εκδήλωσης «Ποτέ ξανά Θεσσαλονίκη – Άουσβιτς 71 χρόνια από την αναχώρηση του πρώτου συρμού» που διοργανώθηκε από τον δήμο Θεσσαλονίκης, την Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης και το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκη το Σάββατο 15 Μαρτίου στο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης. Ο κ. Γιάννης Μπουτάρης δεν μπόρεσε να παρευρεθεί στην εκδήλωση λόγω ασθενείας. 

«Γιατί η χθεσινή ημέρα μνήμης είναι υπόθεση ολόκληρης της πόλης και όχι μόνον της Εβραϊκής Κοινότητας; Ποιος αισθάνεται την ανάγκη να πενθήσει, ποιος μπορεί να πενθήσει, και ποιος τελικά όντως πενθεί μαζί με το υποκείμενο του πένθους;
Αν η εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης μας δείχνει κάτι πιο καθαρά από οποιοδήποτε άλλο γεγονός στην ανθρώπινη ιστορία, είναι ότι ο φόνος ως σκοπός καθεαυτός (και όχι ως μέσο) είναι ένα μοναδικά ανθρώπινο χαρακτηριστικό. Ο φόνος μας διακρίνει από τα ζώα. Αλλά η ανάμνηση της εξόντωσης, το πένθος για τους χαμένους Εβραίους μας υπενθυμίζει επίσης διαρκώς ότι η ενσυναίσθηση μας κάνει εξίσου ανθρώπους. Δεν μπορούμε ποτέ να μπούμε στη θέση του άλλου, του Εβραίου συμπολίτη μας. Αλλά αν θέλουμε να λεγόμαστε άνθρωποι αξίζει τουλάχιστον να προσπαθήσουμε να φανταστούμε τον πόνο και την οδύνη του.
Αν λοιπόν για εμάς, τους Θεσσαλονικείς μη Εβραίους, είναι τελικά αδύνατο να φανταστούμε τον πόνο των δικών μας Εβραίων, ίσως έχει έρθει επιτέλους η στιγμή να ψελίσουμε ότι και για τους Εβραίους συμπολίτες μας είναι πλέον αδύνατο να φανταστούν την ντροπή μας. Η πόλη της Θεσσαλονίκης άργησε αδικαιολόγητα πολύ να σπάσει τη σιωπή της και να αρχίσει να μνημονεύει την πιο ζοφερή στιγμή της ιστορίας της. Σήμερα όμως μπορεί να λέει ότι ντρέπεται για αυτή την άδικη και ένοχη σιωπή. Ντρέπεται για όσους δοσίλογους Θεσσαλονικείς συνεργάστηκαν με τους κατακτητές, για όσους γείτονες καταχράστηκαν περιουσίες, για όσους πρόδωσαν εκείνους που προσπάθησαν να διαφύγουν. Κυρίως, ντρέπεται για τις αρχές της πόλης: για το δήμαρχο και το Γενικό Διοικητή που συμφώνησαν αδιαμαρτύρητα να καταστρέψουν οι εργάτες του δήμου εν μία νυκτί 500 χρόνια μνήμης, και να μετατρέψουν το μεγαλύτερο εβραϊκό νεκροταφείο της Ευρώπης σε έναν κρανίου τόπο. Ντρέπεται για τον έφορο της αρχαιολογικής υπηρεσίας που «εξεπλάγη» όταν το 1946 η εβραϊκή κοινότητα διαμαρτυρήθηκε για τη χρήση των επιτύμβιων πλακών ως οικοδομικού υλικού για την ανοικοδόμηση του ναού του Αγίου Δημητρίου. Και ντρέπεται για εκείνους τους πρυτάνεις που μετά τον πόλεμο έχτισαν την πανεπιστημιούπολη δίπλα και πάνω στα κατεστραμμένα μνήματα χωρίς να στήσουν μια αναθηματική πλάκα. Δεν έχει νόημα να απολογούμαστε εμείς σήμερα για τις πράξεις τους –η ευθύνη ούτε συλλογική είναι ούτε και μεταβιβάζεται. Αναγνωρίζουμε ωστόσο ότι οι θεσμοί που εκπροσωπούμε (αλλά και αποδεχόμαστε να μας εκπροσωπούν), δεν γεννήθηκαν χτες. Έχουν από πίσω τους μια ιστορία, είναι φορείς μνήμης με συνέχεια στο χρόνο.
Αναγνωρίζουμε δηλαδή ότι η απώλεια των 56.000 Εβραίων Θεσσαλονικέων είναι απώλεια για όλους μας –Χριστιανούς, Εβραίους και Μουσουλμάνους, άθεους και αγνωστικιστές. Είναι απώλεια για εκείνους που έζησαν αλλά και για όλους εκείνους που θα ζήσουν εδώ μετά από εμάς. Το Ολοκαύτωμα δεν σφράγισε μόνο το παρελθόν της πόλης μας, αλλά έκανε κάτι χειρότερο: της έκλεψε το μέλλον. Ποιος αμφιβάλλει ότι μια Θεσσαλονίκη μητέρα-πατρίδα μιας ανθούσας και κοσμοπολίτικης εβραϊκής κοινότητας θα ήταν μια άλλη πόλη;
Επειδή λοιπόν η απώλεια είναι τελικά δική μας, η μνήμη του Ολοκαυτώματος δεν αφορά μόνο την εβραϊκή κοινότητα αλλά όλους εμάς. Μας αφορά ως Θεσσαλονικείς, ως Έλληνες και Ευρωπαίους. Αποκαθιστά τους δεσμούς μας με την πόλη και συμβάλει στην ανθρωπιά μας.
Γι αυτό και πέρσι ξεκινήσαμε τη μνημόνευση της επετείου των εκτοπίσεων στο Άουσβιτς με την έκθεση, την συναυλία και την κορυφαία πορεία 3.500 ανθρώπων από την Πλατεία Ελευθερίας προς τον Παλιό Σιδηροδρομικό Σταθμό. Είμαστε αποφασισμένοι να καθιερώσουμε αυτήν την επέτειο. Να ενοχλούμε, να ταράζουμε τη νηφαλιότητα της πόλης και της πολιτείας. Για να είμαστε σίγουροι ότι δεν θα ξαναζήσουμε ποτέ ξανά τέτοιες στιγμές.
Η περίσταση δεν επιτρέπει περιαυτολογίες για τα όσα πράξαμε ως διοίκηση. Προσπαθήσαμε όχι μόνο να σπάσουμε σιωπές αλλά και να αφουγκραστούμε φωνές. Δεν καμωθήκαμε ότι μιλούμε στο όνομα των νεκρών, αλλά αντίθετα σιωπήσαμε μπας και καταφέρουμε να ακούσουμε για μια φορά αυτούσιες τις κραυγές τους. Το οφείλαμε. Αλλά θα ήθελα με κάποια πίκρα να τονίσω ότι μέσα στα τόσα καλόπιστα, θετικά και αρνητικά, που γράφτηκαν στο χώρο του τύπου και του διαδικτύου, γράφτηκαν και ορισμένα απίστευτα σκουπίδια. Ας είναι. Από την ένοχη σιωπή, από τα κούφια ευχολόγια και τις κενόδοξες χειραψίες, είναι καλύτερες οι ζωντανές, τραχιές φωνές του δημοκρατικού δήμου. Γιατί αν κάτι δείξαμε ως δημοτική αρχή είναι ότι τελικά αυτό που μετρά είναι να ακούς και να πράτεις. Προκαλώντας για πρώτη φορά τη δημόσια διαβούλευση και περνώντας από τα λόγια στις πράξεις ανεβάσαμε τον πήχη έναν πόντο ψηλότερα για όλους, συμπολίτευση και αντιπολίτευση, Εβραίους και μη Εβραίους, ηγεσίες και απλούς πολίτες. Από εδώ και πέρα, είναι οι πράξεις ενώπιον της αγοράς του δήμου αυτές που θα έχουν σημασία.
Έχουμε πλήρη επίγνωση πως ό,τι και αν κάναμε, ό,τι και αν κάνουμε, το χρέος αυτής της πόλης απέναντι στο πιο παλιό κομμάτι του πληθυσμού της θα παραμείνει για πάντα ανεκπλήρωτο. Αλλά μόνο με πράξεις και μόνο με «χαμηλές φωνές» (όπως θα έλεγε και ο Μανώλης Αναγνωστάκης), το «Ποτέ ξανά»θα φτάσει ίσως κάποια στιγμή να αποκτήσει το πλήρες νόημά του. Αυτή είναι η δική μας συμβολή, αυτό είναι το δικό μας καθήκον της μνήμης» σημειώνεται στον χαιρετισμό.