Συνέντευξη Τύπου για τη λειτουργία του Γραφείου Εργασίας, που συστήθηκε από το Δήμο Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, πραγματοποιήθηκε σήμερα, Παρασκευή 6 Μαρτίου 2015, στην αίθουσα συσκέψεων του Δημαρχείου. Η κοινή προσπάθεια του Δήμου με τον Ινστιτούτο Εργασίας για τη λειτουργία του Γραφείου επισφραγίστηκε σήμερα με το μνημόνιο που υπέγραψαν ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Γιάννης Μπουτάρης και ο Πρόεδρος της ΓΣΕΕ, Γιάννης Παναγόπουλος και στο οποίο προσδιορίζονται οι όροι της συνεργασίας.

Το Γραφείο Εργασίας ξεκίνησε να λειτουργεί πιλοτικά στις 26 Ιανουαρίου 2015, στο πλαίσιο του προγράμματος «Ανάπτυξη δικτύου υπηρεσιών πληροφόρησης συμβουλευτικής υποστήριξης και ενδυνάμωσης εργαζομένων», παρέχοντας πληροφόρηση και συμβουλευτική ανέργων, καθώς και υποστήριξη εργαζομένων στα πεδία της κοινωνικής ασφάλισης των εργασιακών σχέσεων και της απασχόλησης. Στεγάζεται σε χώρο που παραχώρησε ο Δήμος Θεσσαλονίκης στο κτίριο Ε’ του Δημαρχείου (γραφείο 024), λειτουργεί καθημερινά από τις 10.00 έως τις 13.00, ενώ έχει στελεχωθεί από δύο υπαλλήλους του Δήμου και δύο εξειδικευμένα στελέχη του Ινστιτούτου Εργασίας.

Κατά τη συνέντευξη Τύπου, στην οποία παρέστησαν ο Πρόεδρος του Δημοτικού Συμβουλίου, Παναγιώτης Αβραμόπουλος και ο Πρόεδρος του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Θεσσαλονίκης, Παναγιώτης Τσαραμπουλίδης, ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης και ο Πρόεδρος της ΓΣΕΕ εξαρχής διευκρίνισαν ότι δεν πρόκειται για γραφείο εύρεσης εργασίας, αλλά για δομή που υποστηρίζει σε επίπεδο πληροφόρησης και συμβουλευτικής άνεργους και εργαζόμενους.

«Σήμερα είναι μία σημαντική μέρα για τον Δήμο, γιατί εγκαινιάζουμε και τυπικά το Γραφείο Εργασίας του Δήμου Θεσσαλονίκης, το οποίο έχει ως στόχο να βοηθήσει τους πολίτες να αναζητήσουν τους τρόπους, με τους οποίους θα μπορέσουν να βρουν δουλειά. Η συμβουλευτική και η πληροφόρηση, εξάλλου, είναι ο βασικός τομέας στον οποίο μπορεί η Τοπική Αυτοδιοίκησης να συμβάλει σημαντικά στο πρόβλημα της ανεργίας. Αυτή η συνεργασία των οργανισμών που ασχολούνται με την εργασία πρέπει να αγκαλιαστεί από τα επιμελητήρια και της επαγγελματικές οργανώσεις, που κατεξοχήν γνωρίζουν τη ζήτηση στην αγορά εργασίας. Επιπλέον, ένας από τους στόχους της διοίκησής μας είναι να δώσουμε ώθηση στις ΚΟΙΝΣΕΠ, οι οποίες παρότι δημιουργούν απασχόληση και εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον, στην Ελλάδα δεν έχουν προχωρήσει», τόνισε ο Δήμαρχος.

Από την πλευρά του, ο Πρόεδρος της ΓΣΕΕ ανέφερε: «Έχουμε ένα τεράστιο εργατικό δυναμικό εκτός εργασίας, που συνεχώς χάνει δεξιότητες, ενώ η αγορά ζητά πράγματα που δεν τα γνωρίζει. Παρότι είναι κοινή πεποίθηση ότι οι πολιτικές μας πρέπει να στηρίζονται στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς, κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει. Αυτές τις ανάγκες προσπαθούμε να καλύψουμε δημιουργώντας ένα δίκτυο, διατηρώντας πάντως τη βασική μας θέση ότι και η πληροφόρησης και η συμβουλευτική είναι δημόσιο αγαθό και πρέπει να καλύπτεται από την Πολιτεία. Επιχειρούμε λοιπόν να δημιουργήσουμε ένα συμπληρωματικό δίκτυο όλων των δημόσιων φορέων, αλλά ταυτόχρονα και με φορείς της επιχειρηματικότητας, ώστε να προσφέρουμε τις καλύτερες δυνατές υπηρεσίες. Ανάλογες δομές έχουμε κάνει σε Εργατικά Κέντρα και Πανεπιστήμια κι έχουμε σκοπό να επεκτείνουμε το δίκτυο, ώστε να ενημερώνουμε τους πολίτες για τις προοπτικές και τα δικαιώματά τους».

Τα αποτελέσματα του πρώτου μήνα λειτουργίας του Γραφείου Εργασίας, παρουσίασε ο Αντιδήμαρχος Ανάπτυξης, Πέτρος Λεκάκης. «Σ’ αυτόν τον μήνα το Γραφείο επισκέφτηκαν 200 άτομα, υπήρξαν 65 αιτήματα για ραντεβού συμβουλευτικής με εργαζόμενους και απαντήθηκαν 60 ηλεκτρονικά μηνύματα. Είμαστε ευχαριστημένοι από τα μέχρι στιγμής αποτελέσματα, ενώ αξίζει να σημειωθεί ότι το Γραφείο δεν απευθύνεται μόνο σε δημότες, αλλά σε όλους τους κατοίκους  τους ευρύτερου Πολεοδομικού Συγκροτήματος. Απώτερος στόχος μας είναι η δικτύωση και με άλλους φορείς της πόλης, ενώ ήδη το Γραφείο δικτυώνεται και με άλλες υπηρεσίες του Δήμου, όπως είναι η Κοινωνική Πολιτική», ανέφερε ο Αντιδήμαρχος.

Τέλος, ο διευθυντής του Ινστιτούτου Εργασίας, Βασίλης Παπαδόγαμβρος, επισήμανε ότι φιλοδοξία του ΙΝΕ είναι οι δομές που δημιουργούνται να αποτελέσουν σημαντικό κόμβο και συμπληρωματικό κομμάτι των δημόσιων πολιτικών πληροφόρησης και να συμβάλουν στη διαμόρφωση του εθνικού πλαισίου μέσα από την αξιολόγηση της λειτουργίας τους.