Την πεποίθηση του ότι δεν διοικείς έναν δήμο με κανόνες ιδιωτικής επιχείρησης και εν τέλει δεν πρέπει να τον διοικήσεις έτσι εξέφρασε κατά την τοποθέτηση του στην Ετήσια Τακτική Γενική Συνέλευση των μελών της ΕΑΣΕ (Εταιρεία Ανώτατων Στελεχών Επιχειρήσεων) ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης, κ. Γιάννης Μπουτάρης.
Όπως τόνισε ο ίδιος, προσπαθώντας κάποιος να διοικήσει ορθολογικά ένα δημόσιο φορέα στην Ελλάδα, από τη μια, συναντά πολλές παθογένειες, ενώ από την άλλη υπάρχει η ιδιοπροσωπία της φύσης μιας δημόσιας επιχείρησης που σε κάποιο βαθμό πρέπει να διατηρηθεί.

«Στο Δήμο Θεσσαλονίκης είμαστε και το δείχνουμε με κάθε ευκαιρία υπέρ των ριζικών μεταρρυθμίσεων στην τοπική αυτοδιοίκηση. Εξάλλου, οι χειρότεροι φόβοι μας για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το ελληνικό δημόσιο επιβεβαιώθηκαν από τον πρώτο κιόλας καιρό που αναλάβαμε τη διοίκηση. Και δεν αναφέρομαι στο προσωπικό αλλά στις διαδικασίες, στους θεσμούς και στον τρόπο που λειτουργούν. Το καλύτερο προσωπικό του κόσμου να έχεις, αν δεν έχεις τα εργαλεία για να το αξιολογήσεις σωστά και να του δώσεις κίνητρα να δουλέψει παραγωγικά, δεν μπορείς να καταφέρεις τίποτα ουσιαστικό» σημείωσε χαρακτηριστικά ο επικεφαλής της «Πρωτοβουλίας για τη Θεσσαλονίκη».

Ο ίδιος επεσήμανε ότι ζούμε σε κράτος χωρίς ‘διοικητική συνέχεια’ και αξιόπιστη οικοδόμηση θεσμών. «Ζούμε σε χώρα στην οποία οι πολίτες προσπαθούν ακόμη να κάνουν τη δουλειά τους μέσω διαπροσωπικών σχέσεων και ρουσφετιού. Ο φαύλος αυτός κύκλος αποτυπώνεται και στην πραγματικότητα της ελληνικής τοπικής αυτοδιοίκησης. Καταρχάς έχει στελεχωθεί ως επί το πλείστον χωρίς αδιάβλητες διαδικασίες μια και μέχρι σχετικά πρόσφατα δεν υπήρχε ΑΣΕΠ. Αλλά και στη μετά-ΑΣΕΠ εποχή τα πράγματα είναι εξαιρετικά δυσκίνητα και δαιδαλώδη. Η παραδοσιακή ελληνική προσέγγιση των πελατειακών σχέσεων και του νεποτισμού αποθεώθηκε στους Δήμους και στις παλιές κοινότητες. Το κενό που δημιουργούσε η έλλειψη συγκροτημένου κράτους και αξιόπιστων θεσμών στελέχωσης και λειτουργίας καλύφθηκε με το γνωστό ελληνικό τρόπο της ανάπτυξης πελατειακών δικτύων. Τη συντήρηση και ανάπτυξη των πελατειακών αυτών δικτύων ανέλαβαν ως γνωστόν τα κόμματα. Έτσι, μεταξύ άλλων, ανέλαβαν να διοικήσουν τους δήμους με κριτήρια βολέματος των δικών τους ανθρώπων. Με άλλα λόγια, αντί για την εξυπηρέτηση του πολίτη, στόχος τους ήταν η επέκταση του δικτύου των κολλητών που τους εξυπηρετούσαν» ανέφερε.

Σύμφωνα με τον κ. Μπουτάρη, ο χαρακτηρισμός ‘ριζική μεταρρύθμιση’ δεν θα είχε κανένα νόημα αν δεν προσπαθούσε να έρθει σε ευθεία ρήξη με το παγιωμένο κομματικό και φαύλο σύστημα. Ο ίδιος σημείωσε ότι θεωρήθηκε αυτονόητο ότι η επιλογή των καινούργιων προϊσταμένων πρέπει να γίνει μέσω μίας διαδικασίας που θα παίρνει υπόψη της, εκτός από τα τυπικά προσόντα των υπαλλήλων, και τις πραγματικές διοικητικές τους ικανότητες. «Σε ένα κράτος στο οποίο ο εθισμός στην έννοια του μέσου δημιουργεί καχυποψία, οδηγούμαστε συχνά στην αρτηριοσκλήρωση. Αυτό αποδεικνύει η πρόθεση υπουργείου να ακυρώσει την προσπάθειά μας για εξεύρεση ικανών διευθυντικών στελεχών προωθώντας νομοσχέδιο που πριμοδοτεί ως κριτήρια για τέτοιες θέσεις κυρίως την παλαιότητα και τα τυπικά προσόντα αλλά καθόλου τη εγνωσμένη από το ίδιο το προσωπικό διοικητική ικανότητα. Παρότι εκ των ενόντων, η προσπάθεια μας για τη δημιουργία μιας ηγετικής διοικητικής ομάδας, έξω από τα κομματικά και παραταξιακά εσκαμμένα, βοηθάει στη σταδιακή δημιουργία διοικητικής μνήμης» υπογράμμισε.

Όλα αυτά, κατά τον κ. Μπουτάρη, μπορεί να μοιάζουν σχεδόν αυτονόητα για ανθρώπους που δουλεύουν στον ιδιωτικό τομέα. «Κανένας, όμως, δεν τα είχε εφαρμόσει ως τώρα με αυτή την ξεκάθαρη μεθοδολογία ούτε στην τοπική ούτε στην κεντρική διοίκηση. Για την ακρίβεια, η σύγχυση μεταξύ πολιτικών και διοικητικών λειτουργιών και η έλλειψη διοικητικής συνέχειας αποτελούν την κακοδαιμονία αυτής της χώρας από την απελευθέρωσή της. Προς έκπληξη μου διαπιστώνω όλο και περισσότερο ότι δεν υπήρξε ποτέ μια οργανωμένη προσπάθεια δημιουργίας αξιόπιστης δημόσιας διοίκησης. Κάτι δηλαδή που θεωρείται δεδομένο στον ανεπτυγμένο κόσμο εδώ και δεκάδες χρόνια, για μας είναι ακόμη ζητούμενο. Για την Ελλάδα δεν τίθεται το ερώτημα που αντιμετωπίζουν οι υπόλοιπες σύγχρονες χώρες οι οποίες καλούνται να διαλέξουν μεταξύ της παραδοσιακής αξιόπιστης γραφειοκρατίας και του Νέου Δημόσιου Μάνατζμεντ που ενσωματώνει πολλά στοιχεία από τον ιδιωτικό τομέα. Για μας το ερώτημα που ακόμη τίθεται είναι μεταξύ γραφειοκρατικού χάους και των πρώτων ορθολογικών βημάτων για τη συγκρότηση μοντέρνου κράτους» τόνισε.

Ο ίδιος ξεκαθάρισε ότι αν η παραπάνω προσπάθεια στο Δήμο Θεσσαλονίκης δεν ολοκληρωθεί με ένα αξιόπιστο πλάνο με περιγραφές θέσεων εργασίας για τους υπαλλήλους και ακριβή στοχοθέτηση για τις υπηρεσίες η οποία θα δώσει τη δυνατότητα πραγματικής αξιολόγησης του προσωπικού, θα μείνει ατελής. Για το σκοπό αυτόν ο δήμος Θεσσαλονίκης είναι ο μόνος μεγάλος δήμος της χώρας που κατάφερε να ενταχθεί σε πρόγραμμα διοικητικής βοήθειας της Task Force. Χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και δίνεται η δυνατότητα να προσδοκούνται συγκεκριμένα οφέλη στους τομείς της στοχοθέτησης και της αξιολόγησης των δομών και του προσωπικού.

Ένας άλλος λόγος για τον οποίο οι Δήμοι δεν μπορούν να διοικηθούν με κανόνες ιδιωτικής επιχείρησης, κατά τον κ. Μπουτάρη, είναι γιατί δεν μπορούν να αποφασίσουν για δικά τους θέματα. Οι δήμοι χρειάζονται περισσότερη αυτονομία και τη δυνατότητα να εισπράττουν τα δικά τους έσοδα από σημαντικούς πόρους, όπως για παράδειγμα από τους υφιστάμενους φόρους ακίνητης περιουσίας. Αν η χρήση των χρημάτων αυτών από τους δήμους γινόταν σε ανταποδοτική βάση προς τους δημότες, και η χρηστή διοίκηση θα ήταν πιο συχνή και η αποτελεσματικότητα των δήμων θα αυξανόταν.

Εκτός από τις αντικειμενικές δυσκολίες που κάνουν αδύνατη στην Ελλάδα τη διοίκηση των Δήμων με κριτήρια και κανόνες ιδιωτικής επιχείρησης, όπως είπε ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης, υπάρχουν και λόγοι για τους οποίους δεν θα έπρεπε να γίνει κάτι τέτοιο. «Για τους επιχειρηματίες ο βασικός στόχος είναι το κέρδος, παρότι η κοινωνία συνήθως επωφελείται από τη δράση τους με ποικίλους τρόπους. Οι Δήμοι, από την άλλη, έχουν ως ‘βασικό τους προϊόν’ την παροχή δημόσιων αγαθών και την εξυπηρέτηση του πολίτη. Αυτά δεν μετριούνται μόνο με βάση το κέρδος ή τη ζημιά αλλά με βάση την ποιότητα των υπηρεσιών που παρέχονται. Πολλές φορές ο Δήμαρχος, για να είναι καλός στη δουλειά του, πρέπει να παίρνει υπόψη του πολλούς παράγοντες, να θέτει πολιτικές προτεραιότητες και να κρατάει ισορροπίες. Η τήρηση δύσκολων ισορροπιών είναι καθημερινή πρόκληση και από την επιτυχή της έκβαση εξαρτάται η συνοχή της παράταξης της οποίας ηγείται ο Δήμαρχος. Η ίδια σχοινοβασία απαιτείται καθημερινά και στη διαχείριση των σχέσεων των δημάρχων μεγάλων δήμων με μεγαλοπαράγοντες της κεντρικής διοίκησης. Σε αντίθεση με άλλες χώρες της Ευρώπης με θεσμική επάρκεια και φορείς με πιο ξεκάθαρες αρμοδιότητες, οι Δήμοι στη χώρα μας στερούνται αυτονομίας. Αυτό σημαίνει ότι για βασικές υπηρεσίες μας πρέπει να συνδιαλεγόμαστε συνεχώς με την κεντρική διοίκηση αλλά και να αναγκαζόμαστε να ‘επαιτούμε’ για τα αυτονόητα» ανέφερε.

Ο ίδιος παραδέχτηκε ότι η προηγούμενη ιδιότητά του, αυτή του επιχειρηματία, τον έχει βοηθήσει στο τωρινό του έργο. «Τα γρήγορα ‘αντανακλαστικά’ του επιχειρηματία, το πρακτικό του πνεύμα και η προσήλωση του στην επίτευξη του στόχου βοηθούν πολύ στη διοίκηση ενός δήμου. Η αξιοποίηση του όποιου στελεχιακού δυναμικού και η ανέλιξη των πιο άξιων ανθρώπων βρίσκονται στην καρδιά της επιχειρηματικής σκέψης. Η σημασία της συνεισφοράς όλων αυτών των χαρακτηριστικών, που διακρίνουν κάποιον στοιχειωδώς επιτυχημένο επιχειρηματία, τονίζεται περισσότερο όταν έρχεται σε αντιδιαστολή με την παραδοσιακή ελληνική κομματική σκέψη. Προσήλωση στο βόλεμα των κολλητών, ιδεολογικοποίηση του προσωπικού συμφέροντος και καμία επαφή με τον βασικό σκοπό ενός δήμου που θα έπρεπε να είναι η εξυπηρέτηση του δημότη. Βλέπετε, όμως, ότι ο κόσμος εδώ και καιρό φτύνει αλλά το πολιτικό σύστημα νομίζει ότι ψιχαλίζει… Το αποδεικνύουν αυτό πολλές από τις τελευταίες επιλογές του για τους υποψήφιους στις επερχόμενες τοπικές εκλογές. Οι περισσότερες από αυτές έγιναν για μια ακόμη φορά με κομματικά και όχι αυτοδιοικητικά κριτήρια» σημείωσε.

Σύμφωνα με τον ίδιο, ακόμη και εάν ένας Δήμος στην Ελλάδα μπορούσε θεωρητικά να διοικηθεί με κανόνες ιδιωτικής επιχείρησης, δεν θα έπρεπε να παραλείψουμε να εξετάσουμε τους όρους και τις συνθήκες λειτουργίας του ιδιωτικού τομέα. «Δεν πρέπει να περάσουμε από το ένα άκρο που είναι το δημόσιο με την ασυδοσία και την έλλειψη αξιολόγησης και κρίσης του προσωπικού -συμπεριλαμβανομένου της επιβράβευσης και της τιμωρίας- στο άκρο της πλήρους εργασιακής ανασφάλειας. Καταλαβαίνω πολύ καλά τις δυσκολίες των επιχειρηματιών, αλλά η υπερβολική εργασιακή ‘ευελιξία’ φέρνει και πτώση της παραγωγικότητας του προσωπικού. Ίσως μια ιδανική λύση να βρίσκεται στο λεγόμενο μοντέλο των Σκανδιναβικών χωρών που βασίζεται στο συνδυασμό ευελιξίας και ασφάλειας, το λεγόμενο flexicurity» ανέφερε και πρόσθεσε: «Οι διαδικασίες πιστοποίησης διαδικασιών και παραγωγής που χρησιμοποιούν αρκετές ιδιωτικές εταιρείες -οι γνωστές πιστοποιήσεις ISO- πρέπει να γενικευτούν στον ιδιωτικό αλλά και στο δημόσιο τομέα».

Κατά τον κ. Μπουτάρη, οι εμπειρίες από τον ιδιωτικό τομέα μπορούν σίγουρα να συνεισφέρουν στη βελτίωση της παροχής υπηρεσιών οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης. «Η διοίκηση, όμως, των τελευταίων έχει όχι μόνο ιδιαίτερες δυσκολίες αλλά και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Η βέλτιστη λειτουργία τους προϋποθέτει σίγουρα ρήξεις και ριζικές αλλαγές στο πλαίσιο λειτουργίας της ελληνικής τοπικής αυτοδιοίκησης. Τις επιδιώκουμε σθεναρά. Προϋποθέτει, όμως, και την επιβίωση του σπάνιου αλλά καλώς εννοούμενου δημόσιου χαρακτήρα που οφείλουν να έχουν. Για το καλό των δημοτών, ειδικά των πιο ευάλωτων από αυτούς, αλλά και συνολικά για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής» κατέληξε.