3c96cffe-160f-4f16-90cb-ee711e5bb0f9

«Η Τοπική Αυτοδιοίκηση σε καιρούς κρίσης: Μαθήματα για την Ελλάδα από τον Δήμο Θεσσαλονίκης»

Είναι τιμή μου να βρίσκομαι στη Σχολή Οικονομικών και Πολιτικών Επιστημών του Λονδίνου. Είναι τιμή μου να βρίσκομαι ανάμεσα σε πολλά υποσχόμενους νέους ανθρώπους και διακεκριμένους ακαδημαϊκούς.

Επιτρέψτε μου να σας παρουσιάσω εν συντομία τι έχω κάνει ως Δήμαρχος Θεσσαλονίκης και τι πιστεύω ότι έπρεπε να είχε κάνει η ελληνική πολιτεία τα τελευταία χρόνια.

Όπως όλοι γνωρίζετε, η Ελλάδα βιώνει μια ιδιαίτερα σφοδρή οικονομική κρίση. Είναι λοιπόν προφανές ότι υπό αυτές τις συνθήκες υπάρχει έλλειψη χρημάτων. Αυτό σημαίνει ότι εάν κάποιος θέλει να κάνει πράγματα, πρέπει να γίνει εφευρετικός.

Πριν ακόμα από την πρώτη μας εκλογή, είχαμε αφιερώσει αρκετό χρόνο ώστε να βρούμε τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της πόλης μας. Πέρα από το ότι είναι μια όμορφη πόλη κτισμένη δίπλα στη θάλασσα και περικυκλωμένη από πευκοδάσος, έχει να παρουσιάσει μια τεράστια ιστορία. Και πρόκειται για μια ιστορία, η οποία ποτέ δεν φωτίστηκε στην πραγματική της διάσταση. Το αίσθημα της ειλικρίνειας, καθώς και η μοναδική πολυπολιτισμική κληρονομιά της πόλης αυτής μας προτρέπει να μιλήσουμε διεξοδικά για τους ανθρώπους της και το συγκλονιστικό παρελθόν τους. Έως το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Θεσσαλονίκη φιλοξενούσε την πλέον δραστήρια και ζωντανή Ισραηλιτική Κοινότητα της Ευρώπης. Και αντί να το αποκρύψουμε, όπως γινόταν στο παρελθόν, εμείς υπογραμμίζουμε την παρουσία της Κοινότητας αυτής, καθώς και την πολύτιμη συνεισφορά της στη διαμόρφωση της ταυτότητάς μας. Και ζητούμε συγγνώμη εκ μέρους του Δήμου και των προηγούμενων διοικήσεών του, γιατί δεν το κάναμε αυτό νωρίτερα. Χωρίς την ισραηλιτική της κληρονομιά, η Θεσσαλονίκη θα είχε αρνηθεί την ίδια την ψυχή της, το πλέον προοδευτικό και παραγωγικό κομμάτι της αστικής της τάξης. Και είναι βέβαιο ότι θα ήταν μια ακόμα καλύτερη πόλη, αν δεν ήταν η γερμανική φασιστική βία που οδήγησε στο ολοκαύτωμα. Ομοίως, αποδεχόμαστε και το Οθωμανικό παρελθόν της πόλης, για το οποίο «τολμούμε» να πούμε ότι δεν ντρεπόμαστε. Είμαστε οι πρώτοι που δεν το αντιμετωπίζουμε με εχθρότητα. Υπογραμμίζουμε το γεγονός ότι ο Κεμάλ Ατατούρκ έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής του στην πόλη μας. Είναι η πλέον εξέχουσα μορφή και ο ιδρυτής της σύγχρονης Τουρκικής Δημοκρατίας. Και είμαστε τυχεροί που το σπίτι του βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη.

Συνδυάζουμε όλες τις παραπάνω πρωτοβουλίες με μια ενεργή «διπλωματία των πόλεων», παρακάμπτοντας την κρατική ακαμψία και επιχειρώντας να προσελκύσουμε χιλιάδες τουρίστες από τις γειτονικές χώρες. Εκτός από την Τουρκία και το Ισραήλ, τονίζουμε ιδιαιτέρως τους δεσμούς που έχουμε με τα Σλαβικά Κράτη, καθώς ο Κύριλλος και ο Μεθόδιος προέρχονταν από τη Θεσσαλονίκη. Στο πλαίσιο αυτού του εγχειρήματος αφιερώσαμε το έτος 2013 στις δύο αυτές εξέχουσες μορφές της Χριστιανοσύνης και καλέσαμε Σλάβους αλλά και άλλους λαούς να συμμετάσχουν σε σχετικές εκδηλώσεις. Το «άνοιγμα της πόλης» δεν έχει ολοκληρωθεί ακόμα, αλλά συνεχίζουμε την προσπάθεια να καταστήσουμε την πόλη μας πιο φιλόξενη και γοητευτική για ένα μεγάλο αριθμό επισκεπτών. Καταφέραμε ακόμα να την καταστήσουμε πιο ανεκτική στη διαφορετικότητα, είτε πρόκειται για διαφορετικές εθνικότητες, είτε θρησκείες ή σεξουαλικές προτιμήσεις. Δώσαμε τη δυνατότητα να αξιοποιηθούν για σκοπούς λατρευτικούς και προσευχής παλιά ιστορικά τεμένη και άλλοι κατάλληλοι για προσευχή τόποι και φιλοξενήσαμε διάφορες εκδηλώσεις που σηματοδοτούν τη νέα αντίληψη της πόλης για την ανεκτικότητα. Αυτό αφορά τόσο τους επισκέπτες της όσο και τους μόνιμους κατοίκους της. Συνεργαζόμαστε καθημερινά με τις ξένες κοινότητες της πόλης. Καλωσορίσαμε και υποστηρίξαμε έμπρακτα τις πρωτοβουλίες της LGBT κοινότητας της Θεσσαλονίκης για εκδηλώσεις που διοργανώνει, όπως οι παρελάσεις Υπερηφάνειας.

Αναρωτιέμαι αν το ελληνικό κράτος θα μπορούσε να επιδείξει την αντίστοιχη τόλμη και να ξεκινήσει μια διευρυμένη πολιτική φιλίας προς τους γειτονικούς λαούς. Αυτό δεν θα είχε σαν αποτέλεσμα μόνο την εισροή εσόδων από πιθανούς επισκέπτες. Θα μπορούσε παράλληλα να περιορίσει την ξενοφοβία και να μειώσει το δυσβάσταχτο εξοπλιστικό κόστος, το οποίο, παρόλη την κρίση, εξακολουθεί να είναι ανάμεσα στα υψηλότερα του κόσμου.

Διαφοροποιούμενοι πλήρως από όλα όσα έγιναν στο παρελθόν, η δημοσιονομική πειθαρχία ήταν και είναι το κύριο μέλημα της διοίκησής μας. Και αυτό κάνουμε, παρόλο που δεν ήμασταν υποχρεωμένοι να το πράξουμε λόγω αυστηρών κανόνων που μας ετέθησαν από το εξωτερικό. Για εμάς είναι θέμα αρχής να ολοκληρώσουμε τον προϋπολογισμό μας εμφανίζοντας πλεόνασμα. Όχι μόνο γιατί μας το λένε οι άλλοι, αλλά γιατί για εμάς αποτελεί απαράβατο κανόνα να ξοδεύουμε μόνον όσα έχουμε. Χωρίς εξωτερική πίεση, ακολουθούμε ένα πλάνο περικοπής εξόδων. Συγχρόνως ιεραρχήσαμε τους τομείς για τους οποίους μπορούμε να προσελκύσουμε μεγαλύτερη χρηματοδότηση και να αυξήσουμε τις δαπάνες μας, με στόχο τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.

Αντίθετα, το ελληνικό κράτος δεν έχει στην πραγματικότητα καμία εναλλακτική λύση έναντι των προτάσεων της Τρόικα για το πώς θα δημιουργήσει ανάπτυξη και θα μειώσει τις δαπάνες. Δυστυχώς, οι  εκπρόσωποι της Τρόικα, αντί να πιέσουν για μια πιο παραγωγική και υγιή οικονομία, απέδειξαν πως είναι μάλλον αδαείς, επιδεικνύοντας γνώσεις για την ελληνική πραγματικότητα αντίστοιχες ενός τουρίστα που επισκέπτεται την Ακρόπολη. Πώς αλλιώς μπορεί κανείς να εξηγήσει το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία κατέρρευσε τα τελευταία πέντε χρόνια, έχοντας απολέσει το ένα τρίτο του ΑΕΠ της; Και αυτό, την ώρα που οι προβλέψεις της Τρόικα για την Ελλάδα αποδεικνύονταν σχεδόν κάθε τρίμηνο εσφαλμένες, αρχής γενομένης από τότε που ήρθε να «σώσει» τη χώρα.

Σε ό,τι αφορά στα διοικητικά θέματα, επιχειρήσαμε μια βαθιά δομική αλλαγή, η οποία επίσης ακολουθεί την κοινή λογική. Μειώσαμε τον αριθμό των Διευθύνσεων του δήμου και ορίσαμε δύο γενικούς διευθυντές. Παρεμπιπτόντως, το ελληνικό κράτος ακόμη αρνείται τη δυνατότητα να οριστεί και τρίτος γενικός διευθυντής, αρμόδιος για τα οικονομικά θέματα. Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιοφυΐα για να καταλάβει ότι η βασική διαφορά ανάμεσα στην Ελλάδα και στον υπόλοιπο ανεπτυγμένο κόσμο είναι η έλλειψη ενός αξιόπιστου και σταθερού διοικητικού μηχανισμού. Οι βασικοί κανόνες της Βεμπεριανής γραφειοκρατίας, που αφορούν στις διαδικασίες συγκρότησης και οργάνωσης μιας αποτελεσματικής διοίκησης, εφαρμόζονται στον υπόλοιπο δυτικό κόσμο εδώ και πολλές δεκαετίες. Στην Ελλάδα ακόμα διστάζουμε να απελευθερώσουμε τη διοίκηση από τα πλοκάμια της πολιτικής ηγεσίας. Στο δικό μας Δήμο διαχωρίσαμε, όσο περισσότερο μπορούσαμε, τις πολιτικές από τις διοικητικές λειτουργίες. Δεν είναι κάτι εύκολο, αφού όλοι μας είμαστε μέρος μιας νοοτροπίας που αντιστέκεται στο διαχωρισμό πολιτικής και διοίκησης. Αυτή είναι μια μεταρρύθμιση που το ελληνικό κράτος στο σύνολό του χρειάζεται σήμερα απεγνωσμένα. Δυστυχώς, όμως, στην πραγματικότητα δεν έχει προχωρήσει κάτι ανάλογο. Το παρόν σύστημα μιας ιδιαίτερα αναξιόπιστης διοίκησης τείνει να αναπαράγει τον εαυτό του. Και αυτό αποτελεί ξεκάθαρα ευθύνη τόσο των ελληνικών κυβερνήσεων, όσο και της ΕΕ, καθώς δεν ασχολήθηκαν με το θέμα αυτό τα τελευταία 34 χρόνια. Ακόμα και ένα πεντάχρονο παιδί καταλαβαίνει, λίγο έως πολύ, την αναποτελεσματικότητα του ελληνικού κράτους. Φαίνεται ότι η ΕΕ, πέρα από τη διαχείριση των κεφαλαίων, των πόρων και των δανείων που χορηγούσε στην Ελλάδα τις τελευταίες δεκαετίες, ποτέ δεν αντιλήφθηκε την υπάρχουσα κατάσταση. Μου είναι πραγματικά πολύ δύσκολο να το πιστέψω, εκτός και αν το βιβλίο του Τσίπολα για την απανταχού παρουσία της βλακείας είναι ακόμα πιο εύστοχο από ότι πίστευα μέχρι τώρα.

Θα τολμούσα να πω ότι οι μεταρρυθμίσεις και οι αλλαγές δεν είναι αρκετές για την περίπτωση του ελληνικού κράτους. Έχουμε ανάγκη να αποκτήσουμε μια νέα θεώρηση για το κράτος και τη λειτουργία του, σχεδόν από το μηδέν! Μια νέα πολιτική κουλτούρα πρέπει να αναδυθεί, ώστε να ευνοήσει τον αυθεντικό διαχωρισμό των εξουσιών. Μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί σταδιακά να προκύψει μια πραγματική αλλαγή στάσης των ελληνικών δημόσιων θεσμών.

Η εμπειρία που αποκτήσαμε κατά τη διάρκεια της προηγούμενης θητείας μας μάς έδειξε ότι είναι απαραίτητο να γίνουν διευρυμένες δομικές αλλαγές στο ελληνικό κράτος και την ελληνική τοπική αυτοδιοίκηση. Και αυτό πρέπει να συμβεί, αν θέλει το κράτος να λειτουργήσει σωστά μέσα στα ερχόμενα χρόνια. Αναγνωρίζουμε τη θετική κατεύθυνση των πρόσφατων μεταρρυθμίσεων της τοπικής αυτοδιοίκησης («Καποδίστριας» και «Καλλικράτης»), όμως πολλά ακόμη μένει να γίνουν. Οι νομοθεσίες που διέπουν την κεντρική διοίκηση και την τοπική αυτοδιοίκηση πρέπει να εναρμονιστούν (αυτή τη στιγμή υπάρχουν διαφορετικά συστήματα στα δύο αυτά επίπεδα διακυβέρνησης για την πρόσληψη γενικών διευθυντών!). Επιπλέον, η νομοθεσία πρέπει να λάβει περισσότερο υπόψη τις διαφορετικές ανάγκες μεταξύ αστικών και αγροτικών περιοχών, μικρότερων και μεγαλύτερων πόλεων. Το πρόβλημα είναι ότι εν πολλοίς η ελληνική τοπική αυτοδιοίκηση δεν είναι ούτε τοπική, αλλά ουσιαστικά ούτε και αυτοδιοίκηση. Με άλλα λόγια, οι δήμαρχοι έχουν περιορισμένες ή και καθόλου δυνατότητες να αυξήσουν τη χρηματοδότηση των δήμων τους και να διαχειριστούν τα θέματα της ίδιας τους της πόλης. Ενώ ένα κράτος-μέλος της ΕΕ ξοδεύει κατά μέσο όρο το 10% του ΑΕΠ του στην τοπική αυτοδιοίκηση, στην Ελλάδα το αντίστοιχο ποσοστό είναι χαμηλότερο του 4%!

Παρ’ όλες τις διακηρύξεις της κεντρικής κυβέρνησης, όλες οι δημοτικές αρχές παραμένουν όμηροι του κράτους. Το παρόν θεσμικό πλαίσιο εντός του οποίου δρούμε είναι εξαιρετικά συγκεντρωτικό και όλες οι προσπάθειες αποκέντρωσης αποδείχθηκαν πρόχειρες και ανεπαρκείς. Επιπλέον, δεν μας επιτρέπει να συνεργαστούμε αποτελεσματικά με τον ιδιωτικό τομέα και να αυξήσουμε την παραγωγικότητά μας. Το υπάρχον σύστημα μάς υποχρεώνει να δουλεύουμε ακολουθώντας υπέρμετρα γραφειοκρατικούς κανόνες. Ένα πολύπλοκο δίκτυο νόμων καθορίζει το πλαίσιο εντός του οποίου είμαστε υποχρεωμένοι να ενεργούμε. Το κράτος πρέπει να πάψει να είναι εχθρικό προς τους ίδιους τους πολίτες. Η κεντρική διοίκηση πρέπει να σταματήσει να έχει τον κυρίαρχο ρόλο σε καθαρά τοπικές υποθέσεις. Δεν διαθέτουμε επαρκείς πηγές εσόδων. Δεν μας έχουν ανατεθεί ποτέ οι απαραίτητες αρμοδιότητες, ώστε να πάρουμε στα χέρια μας το σχεδιασμό των πόλεών μας και τη διαχείριση των πόρων τους.

Γι’ αυτό, ζητούμε από την κυβέρνηση να σταματήσει να μας κοροϊδεύει και να προχωρήσει άμεσα σε δράσεις που άπτονται της κοινής λογικής. Χρειάζεται να μπορούμε να προσελκύσουμε ευρωπαϊκά κεφάλαια απευθείας από τα ευρωπαϊκά όργανα και όχι μέσω των υπουργείων ή των κρατικών οργανισμών. Χρειαζόμαστε ένα διάφανο και λειτουργικό θεσμικό πλαίσιο, το οποίο θα καταστήσει δυνατή τη συνεργασία της τοπικής αυτοδιοίκησης με τον ιδιωτικό τομέα. Ζητούμε να έχουμε την ουσιαστική δυνατότητα δημιουργίας Υπηρεσιών Μιας Στάσης, διευκολύνοντας την ανάπτυξη της επιχειρηματικότητας εντός των δήμων μας. Αυτή τη στιγμή δεν μας δίνεται η δυνατότητα να παρεμβαίνουμε στην τοπική οικονομία ώστε να στηρίξουμε την επιχειρηματικότητα και τη συνακόλουθη δημιουργία θέσεων εργασίας. Περιμένουμε από το κράτος να μειώσει δραστικά το ρόλο του σε θέματα που άπτονται των βασικών υποδομών των πόλεών μας. Μέχρι σήμερα, αυτά τα σημαντικά ζητήματα δεν μας επιτρέπεται να τα αποφασίζουμε εμείς, η αυτοδιοίκηση. Χρειαζόμαστε την ελευθερία να ασκήσουμε το ρόλο μας, να σχεδιάσουμε και να διαχειριστούμε αυτόνομα τις πόλεις μας. Τα υπουργεία και η κεντρική διοίκηση θα πρέπει να σταματήσουν να έχουν τον απόλυτο έλεγχο στα τοπικά θέματα. Η αλληλοεπικάλυψη των κρατικών ελεγκτικών μηχανισμών είναι παράλογη. Το ελληνικό κράτος χρειάζεται να αντικαταστήσει το υπάρχον σύστημα και να εκτελεί δειγματοληπτικό έλεγχο στις δημοτικές δαπάνες. Αυτό θα απλοποιήσει δραστικά τις διαδικασίες ελέγχου και θα μειώσει τη γραφειοκρατία. Επιπροσθέτως, θέλουμε τα ΚΕΠ, τα οποία ανήκουν στους Δήμους, να διευρύνουν το φάσμα των παρεχόμενων υπηρεσιών τους, έτσι ώστε να απλοποιηθούν γραφειοκρατικές διαδικασίες και να βελτιωθούν οι παρεχόμενες προς τους πολίτες υπηρεσίες. Επιπλέον, η γραφειοκρατία θα μπορούσε να μειωθεί ακόμα περισσότερο, αν ο νόμος επέτρεπε την αποκέντρωση των δημοτικών υπηρεσιών. Έτσι, πολλές περισσότερες υπηρεσίες θα μπορούσαν να προσφέρονται μέσω των τοπικών δημοτικών κοινοτήτων. Ορίσαμε Αντιδήμαρχο αρμόδιο να διευκολύνει τις πρωτοβουλίες των πολιτών. Κι αυτό, επειδή πιστεύουμε ότι οι Δήμοι θα μπορούσαν να ενισχύσουν το ρόλο τους παρακινώντας την κοινωνία των πολιτών να συμμετάσχει ενεργά στα τοπικά θέματα. Πρέπει ο σχετικός νόμος επιτέλους να επικυρωθεί, έτσι ώστε να επιτραπούν τα τοπικά δημοψηφίσματα. Τέλος, δεν πρέπει να παραλείψουμε να αναφέρουμε πως οι Δήμοι χρειάζεται να μπορούν να συλλέγουν συγκεκριμένους φόρους, όπως, για παράδειγμα, το φόρο ακινήτων. Αυτά είναι στοιχειώδη για ένα Δήμο, αν βέβαια πιστεύουμε πως οι Δήμαρχοι έχουν το δικαίωμα να σχεδιάζουν και να ασκούν ουσιαστικές πολιτικές σε τοπικό επίπεδο. Πολιτικές που σχετίζονται με την αστική ανάπτυξη καθώς και με την ανάπτυξη των τοπικών οικονομιών. Αυτό μπορεί να αποδειχθεί εξαιρετικά κρίσιμο για την βιώσιμη ανάπτυξη της Ελλάδας στο μέλλον…

Όλες αυτές οι απαιτούμενες μεταρρυθμίσεις δείχνουν ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν έκανε σωστά τη δουλειά της. Πιστεύω ότι αυτό έχει να κάνει με συγκεκριμένους πολιτικούς λόγους. Μια ισχυρή και αξιόπιστη αυτοδιοίκηση δεν είναι επιθυμητή, στην πραγματικότητα. Όλες αυτές είναι δομικές μεταρρυθμίσεις απαραίτητες εδώ και χρόνια, μεταρρυθμίσεις τις οποίες το ελληνικό κράτος θα έπρεπε να είχε προωθήσει χωρίς τη μεσολάβηση της Τρόικα. Μπορείτε να πιστέψετε ότι το ελληνικό κράτος δεν έχει μεριμνήσει για την περιγραφή θέσης εργασίας των υπαλλήλων του και δεν έχει προχωρήσει σε συγκεκριμένη στοχοθέτηση για τις υπηρεσίες του; Αποτέλεσμα αυτού, να έχουμε μόνο ονομαστική και όχι πραγματική αξιολόγηση των ανθρωπίνων πόρων του δημόσιου τομέα. Στο δικό μας Δήμο, στην προσπάθειά μας να ξεπεράσουμε το πρόβλημα αυτό, ζητήσαμε εξωτερική βοήθεια από την Ομάδα Δράσης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Αυτό αποτέλεσε μια δική μας πρωτοβουλία, καθώς φιλοδοξούμε να γίνουμε ένα μοντέλο λειτουργίας, το οποίο θα μπορέσει αργότερα να λειτουργήσει ως παράδειγμα για τους υπόλοιπους Δήμους. Φιλοδοξούμε να γίνουμε παράδειγμα για το πώς μπορεί να δημιουργηθεί ένα καλύτερο οργανόγραμμα και πώς η διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού του δήμου μπορεί να γίνει με πιο αποτελεσματικό τρόπο.

Η Ελλάδα περνάει αυτή τη στιγμή μια πολύ κρίσιμη φάση. Μετά τη μεγαλύτερη ύφεση που βίωσε ανεπτυγμένο κράτος στην μεταπολεμική περίοδο, οι άνθρωποι βρίσκονται σε απόγνωση. Προβλέπω ότι σύντομα θα οδηγηθούμε σε εκλογές και αμέσως μετά σε αλλαγή κυβέρνησης. Ευτυχώς η δημοκρατία δίνει στους ανθρώπους την ευκαιρία να εκφράσουν με πολιτικό τρόπο τη δυσαρέσκειά τους. Και αυτό είναι πολύ πιθανόν να εκφραστεί στις επερχόμενες εκλογές. Η επόμενη κυβέρνηση με νωπή εντολή θα έχει θεωρητικά μια μοναδική ευκαιρία να προωθήσει δομικές αλλαγές και να εκσυγχρονίσει το κράτος. Δυστυχώς, στην περίοδο που διανύουμε, η εμπνευσμένη ηγεσία και η κοινή λογική είναι είδη εν ανεπαρκεία. Εκείνο που εύχομαι εγώ είναι τα πολιτικά κόμματα, και κυρίως τα μεγάλα, να καταλάβουν τελικά ότι πρέπει να βρουν έναν ελάχιστο κοινό παρονομαστή συνεννόησης. Καταφέρνοντας να δημιουργήσουν ένα κοινό μέτωπο για συγκεκριμένα θεμελιώδη θέματα – όπως είναι ο εκσυγχρονισμός του κράτους – θα διαπραγματευτούν το μέλλον της χώρας από καλύτερη θέση. Παρόλα αυτά, η κατάσταση, αυτή τη στιγμή, φαίνεται να είναι πιο περίπλοκη. Φοβάμαι ότι η διαμόρφωση ενός κοινού μετώπου θα αποδειχθεί μονάχα ένας ευσεβής πόθος. Δε γνωρίζουμε πώς θα αντιδράσουν τα λαϊκίστικα τμήματα των δύο μεγάλων κομμάτων στη δημιουργία μιας σταθερής κυβέρνησης, η οποία θα μπορούσε να φέρει πιο γρήγορα την ευημερία στη χώρα. Τέτοιες – υποτίθεται ριζοσπαστικές – φωνές, οι οποίες διστάζουν να συμφωνήσουν στη δημιουργία μιας πολιτικά διευρυμένης συμμαχίας, είναι κατά τη γνώμη μου εξαιρετικά συντηρητικές. Η λαϊκίστικη θεώρηση ότι ένα κόμμα από μόνο του μπορεί να βγάλει τη χώρα από το παρόν αδιέξοδο είναι εντελώς παράλογη. Η θεωρία να καταφύγουμε σε υπερβολικές δημόσιες δαπάνες, ώστε επαναφέρουμε την ευημερία των προηγούμενων ετών, δεν είναι μόνο σουρεαλιστική, αλλά αγνοεί και την υπάρχουσα ισορροπία δυνάμεων στην ήπειρό μας. Άλλη μια απειλή για το μέλλον της χώρας μας μπορεί να προέλθει από τον πολιτικό οπορτουνισμό. Για να διανείμεις τον πλούτο, πρέπει πρώτα απ’ όλα να δημιουργήσεις κατάλληλες συνθήκες ευημερίας. Δυστυχώς, υπάρχουν πολλοί Έλληνες πολιτικοί, οι οποίοι ισχυρίζονται ότι η βιώσιμη ανάπτυξη μπορεί να έρθει με ένα μαγικό τρόπο και χωρίς ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις. Και ενώ οι θεωρίες αυτές διατρέχουν οριζοντίως όλο το εύρος του πολιτικού φάσματος, μπορεί να αποδειχθούν εξαιρετικά επικίνδυνες. Αυτό που η Ελλάδα χρειάζεται απεγνωσμένα είναι η ριζοσπαστική μεταρρύθμιση του κράτους, η οποία με τη σειρά της μπορεί να επιφέρει αλλαγές στον πολιτική της κουλτούρα. Αν δεν κατανοήσουμε την αναγκαιότητα να εφαρμόσουμε καθολικές αλλαγές στο τρόπο λειτουργίας μας, είμαστε καταδικασμένοι να υποφέρουμε ακόμα πιο πολύ από ότι στο πρόσφατο παρελθόν. Η πολιτική αστάθεια μπορεί να αποδειχθεί παράγοντας υπονόμευσης στην αξιοθαύμαστη προσπάθεια της συντριπτικής πλειοψηφίας των Ελλήνων να ανασυγκροτηθεί η χώρα. Επαναλαμβανόμενες εκλογές αυτήν την κρίσιμη περίοδο μπορεί να αποδειχθούν καταστροφικές για το μέλλον της Ελλάδας.

Εκείνο το οποίο θα ήθελα να δηλώσω ξεκάθαρα είναι ότι όλοι εμείς, που ασκούμε κάποια επιρροή στη ελληνική κοινή γνώμη, έχουμε την υποχρέωση να δράσουμε με τέτοιο τρόπο, ώστε να διαφυλαχθεί η σταθερότητα και η ευημερία στην Ελλάδα. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί μόνο εντός της Ευρωζώνης και της ΕΕ. Στην ατυχή περίπτωση που τα πράγματα παρεκτραπούν, θα πρέπει να ενωθούμε όλοι και να προστατέψουμε την κοινωνία μας από ανεύθυνους και ιδιοτελείς πολιτικούς χειρισμούς. Η Ελλάδα δεν αντέχει να χάσει κι άλλο χρόνο και να αναλωθεί σε ατέρμονες και παράλογες πολιτικές διαμάχες. Από πλευράς μου, θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου για να αποτραπεί κάτι τέτοιο. Αν καταφέρουμε να ξεπεράσουμε τις δυσκολίες του άμεσου μέλλοντος, είμαι σίγουρος ότι η χώρα μας θα εισέλθει σε μια φάση δημιουργικών μεταρρυθμίσεων και βιώσιμης ανάπτυξης.

Με αυτές τις αισιόδοξες σκέψεις, σάς ευχαριστώ ακόμα μια φορά για τη πρόσκλησή σας να μιλήσω στο διακεκριμένο Πανεπιστήμιό σας. Σας ευχαριστώ για την υπομονή σας.

Είμαι στη διάθεσή σας για να απαντήσω σε οποιαδήποτε ερώτησή σας.