Το γεγονός ότι η Θεσσαλονίκη έχει όλα τα συστατικά στοιχεία για να καταστεί διεθνές κέντρο εκπαίδευσης (τεράστιο πολιτιστικό απόθεμα, προνομιακή γεωγραφική θέση, κρίσιμη μάζα δημόσιων και ιδιωτικών εκπαιδευτικών οργανισμών και ελκυστικό τρόπο ζωής) ήταν η κοινή διαπίστωση των ομιλητών της ημερίδας που διοργάνωσε την Πέμπτη 20 Μαρτίου ο δήμος Θεσσαλονίκης με θέμα «Η Θεσσαλονίκη Διεθνές Κέντρο Εκπαίδευσης» στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Πρωτεύουσας Νεολαίας και σε συνεργασία με το Βρετανικό Συμβούλιο, το Δίκτυο Ναβαρίνο και το Europe Direct.


Τόσο ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης, Γιάννης Μπουτάρης, όσο και ο αντιδήμαρχος Οικονομικών, Επιχειρηματικότητας και Απασχόλησης, Χασδάι Καπόν, κατά τους χαιρετισμούς τους εξέφρασαν τη δυσαρέσκεια του δήμου για το γεγονός ότι το υπουργείο Παιδείας επέλεξε να μην εκπροσωπηθεί στην ημερίδα. Αυτή η απουσία είναι δηλωτική ακριβώς της διαχρονικής αποτυχίας της χώρας μας, η οποία είναι πρώτη στο ποσοστό γηγενών φοιτητών που σπουδάζουν εκτός της χώρας και τελευταία στο ποσοστό αλλοδαπών φοιτητών που σπουδάζουν στην χώρα.

Κατά τον χαιρετισμό του ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης αναφέρθηκε στη σημαντική παράμετρο της συμβολής της διεθνοποίησης της τριτοβάθμιας παιδείας στην εξωστρέφεια της νεολαίας της Θεσσαλονίκης σημειώνοντας το πόσο σημαντικό είναι να συναναστραφείς και να σπουδάσεις στην νεότητα σου με παιδιά από το εξωτερικό, είτε από τις γειτονικές μας χώρες είτε από τις εσχατιές της γης. «Σημαντικό, για να μπορέσεις να γίνεις πολίτης αυτού του κόσμου άρα και πολίτης μια μεγάλης πόλης που εξαρτάται από τον κόσμο. Σημαντικό, γιατί, όσο έχεις τον κόσμο στην πόλη σου, δεν θα αναγκαστείς να αφήσεις την πόλη σου για τον κόσμο», όπως τόνισε.

Κατά τη διάρκεια των εργασιών μεταξύ άλλων διαπιστώθηκε η εκρηκτική ανάπτυξη του αριθμού των σπουδαστών που φοιτούν στο εξωτερικό παγκοσμίως (1.9 εκ. το 2000, 3 εκ το 2007 και 4.3 εκ το 2011) γεγονός που σύμφωνα με τελευταία στοιχεία στη Μεγάλη Βρετανία για παράδειγμα μεταφράζεται σε 17 δις λίρες δαπάνες από αλλοδαπούς φοιτητές ετησίως. Επιπλέον αναδείχθηκε η συνεισφορά που μπορεί να έχει μια διεθνώς ανταγωνιστική ελληνική τριτοβάθμια παιδεία στην οικονομία της χώρας. Συγκεκριμένα, και με βάση τις τοποθετήσεις των ομιλητών, εάν η Ελλάδα κατάφερνε να κατακτήσει τον μέσο όρο των χωρών του ΟΟΣΑ – αντί να είναι πρωταθλητής στην εξαγωγή Ελλήνων φοιτητών σε τρίτες χώρες και ουραγός στην προσέλκυση αλλοδαπών φοιτητών στην Ελλάδα – η ωφέλεια για την εθνική οικονομία θα ανέρχονταν περίπου στο ένα δις ευρώ.

«Για τη Θεσσαλονίκη αυτό θα σήμαινε», όπως ανέφερε κατά τον χαιρετισμό του ο αντιδήμαρχος Οικονομικών, Επιχειρηματικότητας και Απασχόλησης, «άμεσο όφελος για την οικονομία της πόλης περίπου της τάξης των 100 εκ ευρώ. Ένα τέτοιο επίτευγμα θα σημάνει τόνωση της απασχόλησης και του εισοδήματος σε ευρύ φάσμα εργαζομένων, στο σύνολο του μητροπολιτικού συγκροτήματος. Η εκπαίδευση είναι μια δραστηριότητα εντάσεως εργασίας και συμπεριλαμβάνει διδακτικό προσωπικό που έχει μετεκπαιδευθεί στο εξωτερικό, διοικητικό προσωπικό, προσωπικό καθαριότητας, συντήρησης κτιρίων κλπ. Σχετίζεται επίσης, όπως ο τουρισμός, με την κτηματαγορά, με το λιανεμπόριο και με την εστίαση και διασκέδαση».

Τα εμπόδια στην επίτευξη αυτού του στόχου, όπως προέκυψε από την ημερίδα, φαίνεται ότι «ταλαιπωρούν» ως επί το πλείστον τα δημόσια πανεπιστήμια, αλλά όχι μόνον αυτά, ενώ έχουν να κάνουν με τη χρονοβόρα εγκριτική διαδικασία για την ανάπτυξη προγραμμάτων σπουδών που μπορούν να προσελκύσουν αλλοδαπούς φοιτητές και με τη γενικότερη διοικητική και οικονομική δυσπραγία του δημόσιου πανεπιστημίου. Για τα δε κολέγια ως σημαντικό πρόβλημα αναδείχθηκε η έλλειψη υποστήριξης από τις Ελληνικές Προξενικές αλλά και Κανονιστικές Αρχές, που λειτουργεί ανασταλτικά στην προσέλκυση αλλοδαπών φοιτητών, σε συνδυασμό με τη χρονοβόρα όσο και άκρως δυσάρεστη διαδικασία χορήγησης βίζας. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ομιλητής περιγράφοντας την εμπειρία Αμερικανικών σπουδαστών στη Θεσσαλονίκη από την επαφή τους με τις Ελληνικές αρχές, «πρέπει να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τους φοιτητές ως μετανάστες».

Οι Βρετανοί, κυρίως, ομιλητές μεταφέροντας τη δική τους εμπειρία, τόνισαν ότι η διεθνοποίηση της τριτοβάθμιας παιδείας που συνεισφέρει στην αύξηση των εσόδων των Βρετανικών πανεπιστημίων τους δίνει την δυνατότητα να ενισχύσουν τον αριθμό και το εισόδημα του απασχολούμενου διδακτικού προσωπικού καθώς και να διατηρήσουν ένα πολύ μεγαλύτερο εύρος προγραμμάτων σπουδών, από ότι θα ήταν εφικτό αν βασίζονταν μόνο στο γηγενές φοιτητικό σώμα.

Αξιοσημείωτη ήταν και η παρουσίαση της επικεφαλής του Καλοκαιρινού Προγράμματος του δημόσιου Τουρκικού Πανεπιστημίου του Βοσπόρου Οζλέμ Οζ. Όπως ανέφερε, παρόλα τα πολλά διοικητικά προβλήματα, το πρόγραμμα, βασιζόμενο στα συγκριτικά προτερήματα του Τουρκικού Πανεπιστημίου και στη βάση ότι είναι αγγλόφωνο και διδάσκουν σε αυτό όχι μόνο Τούρκοι αλλά και αλλοδαποί καθηγητές, το 2013 προσέλκυσε 251 αλλοδαπούς φοιτητές. Το εν λόγω πρόγραμμα συμπεριλαμβάνει συνεργασία με το πανεπιστήμιο Columbia που επεξεργάζεται τη Βυζαντινή κληρονομιά της Κωνσταντινούπολης.

Τον προβληματισμό τους για την προοπτική της Θεσσαλονίκης ως διεθνές κέντρο εκπαίδευσης κατέθεσαν και ο δήμαρχος Γιάννης Μπουτάρης, η πρώην υπουργός Παιδείας και πρώην επίτροπος Άννα Διαμαντοπούλου, ο πρύτανης του Γιάννης Μυλόπουλος.
Η κ. Διαμαντοπούλου υπογράμμισε ότι δεν μπορεί να υπάρξει εξωστρεφές πανεπιστήμιο σε μια εσωστρεφή χώρα και ότι απαιτούνται αλλαγές στο θεσμικό πλαίσιο. «Τα άρθρα του συντάγματος που αφορούν το δημόσιο πανεπιστήμιο, δε λέω για το άρθρο 16 και τη γνωστή συζήτηση, πρέπει να αλλάξουν παντελώς. Έγιναν στη χούντα» τόνισε. Σημείωσε, ότι αφενός το δημόσιο πανεπιστήμιο πρέπει να αποκτήσει εξωστρέφεια, διεθνείς συνεργασίες και συνέργειες που θα αυξήσουν τους πόρους και την ποιότητα των σπουδών του, ενώ από την άλλη πρέπει να αλλάξει και το άρθρο 16 και να δοθεί η δυνατότητα και σε μη κερδοσκοπικά ιδρύματα να λειτουργήσουν, προωθώντας τον ανταγωνισμό, μέσα σε ένα «ισχυρό και σαφές ρυθμιστικό πλαίσιο» και αφού επιλεγεί ένα «μοντέλο» που θα αποδώσει σε βάθος χρόνου.
«Η Θεσσαλονίκη έχει τρομερές δυνάμεις και στον ιδιωτικό τομέα και στα πανεπιστήμια και ένα δήμαρχο στην κορυφή της πρωτοπορίας σε ευρωπαϊκό επίπεδο για να γίνει αυτό το σχέδιο και να αποτελέσει και τον χάρτη για όλη την Ελλάδα» πρόσθεσε. Υποστήριξε ότι ο νόμος 4009/12 είχε προβλέψει σε αυτή την κατεύθυνση (δυνατότητα για ξενόγλωσσα τμήματα για προσέλκυση ξένων φοιτητών με δίδακτρα, για συνέργειες με ξένα πανεπιστήμια, για ίδρυση παραρτημάτων τους σε ξένες χώρες, ανταλλαγές διδασκόντων, κ.α.).
Από την πλευρά του ο δήμαρχος Γιάννης Μπουτάρης τόνισε ότι το πανεπιστήμιο πρέπει να μπορέσει να αποκτήσει διοικητική και οικονομική αυτονομία και ότι το πρώτο μπορεί να γίνει μέσα από τη μετατροπή του σε ΝΠΙΔ και το δεύτερο μέσα από προγράμματα, χορηγίες, συνέργειες και αν χρειαστεί και δίδακτρα. Υπέρ των διδάκτρων τάχθηκε και ο συντονιστής καθηγητής του Παντείου και διευθυντής του Δικτύου Ναυαρίνου, Δημήτρης Καιρίδης.
«Δε θεωρούμε ότι είναι η κατάλληλη στιγμή, μέσα σε αυτή τη βαθιά κρίση, να ανοίξουμε τέτοια συζήτηση να βάλουμε δίδακτρα» τόνισε ο πρύτανης του ΑΠΘ Γιάννης Μυλόπουλος. Τόνισε ότι η πολιτεία έχει υποχρέωση να στηρίξει τα πανεπιστήμια και την παιδεία «που δεν είναι δαπάνη αλλά επένδυση» και πρέπει «να εξαιρεθεί από τα μνημόνια». «Να ψάξουμε πόρους ναι, από χορηγίες ναι, αλλά δεν πρέπει να δυναμιτίσουμε τις ίσες ευκαιρίες των φτωχών παιδιών να σπουδάσουν» τόνισε. Τόνισε, ότι ποτέ το πανεπιστήμιο δεν επεδίωξε να προσελκύσει ξένους φοιτητές, γιατί ούτε η πολιτεία η οποία ορίζει και το θεσμικό πλαίσιο το επεδίωξε και ανέφερε τις διεθνείς δράσεις του ΑΠΘ (67 νέες και 69 ανανεώσεις συνεργασιών με ξένα πανεπιστήμια, ξενόφωνα τμήματα, έδρες διεθνών σπουδών, κ.α.)
«Στην Ελλάδα έρχεται ο ΕΟΠΠΕΠ και μας ελέγχει για το κτιριακό. Ο ΣΑΕΠ για τα επαγγελματικά δικαιώματα. Ποτέ δεν ήρθε ένας φορέας να μας ελέγξει ακαδημαϊκά. Το κάνουν διεθνείς αξιολογητές και μάλιστα από άλλα πανεπιστήμια από αυτά που συνεργαζόμαστε» ζήτησε ο αντιπρόεδρος της «Ένωσης Ελληνικών Κολλεγίων» Κωνσταντίνος Τσοτσουμάνος, τονίζοντας ότι η λειτουργία αναγνωρισμένων κολλεγίων θα μπορούσε να περιορίσει τη μετανάστευση ελλήνων φοιτητών και συναλλάγματος στο εξωτερικό.
«Το 2020 περί τα 50 εκατομμύρια άνθρωποι θα σπουδάζουν διαδικτυακά και είναι ένας παράγοντας που δεν θα πρέπει να αγνοηθεί» ανέφερε μεταξύ άλλων ο εκπρόσωπος της McKinsey Παναγιώτης Γεωργακόπουλος, παρουσιάζοντας σχετική έρευνα για τη σύνδεση εργασίας και εκπαίδευσης.